κατάγνυμι


κατάγνυμι
ломаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κατάγνυμι" в других словарях:

  • κατάγνυμι — (AM, Α και καταγνύω και κατάσσω και κατεάσσω) (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κατεαγώς, υία και υῑα, ός σπασμένος, κομματιασμένος, συντριμμένος μσν. οδηγώ προς τα κάτω, κατεβάζω αρχ. 1. σπάζω σε κομμάτια, κατασυντρίβω, κατακομματιάζω («δόρατα… …   Dictionary of Greek

  • κατεηγότα — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act neut nom/voc/acc pl (ionic) κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act masc acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέηγε — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf imperat act 2nd sg (ionic) κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf ind act 3rd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέηγεν — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf ind act 3rd sg (ionic) κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. plup ind act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεηγός — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act neut nom/voc/acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεηγόσι — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act masc/neut dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεηγότος — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act masc/neut gen sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεηγότων — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf part act masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεᾶχθαι — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. perf inf mp (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατᾶξαι — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καυάξαις — κατάγνυμι Cat.Cod. Astr. aor opt act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)